![]() πιθανόν αναπαριστά τον ήρωα Γκιλγκαμές που κυριαρχεί σ' ένα λιοντάρι. Ανάγλυφο που βρέθηκε στην αίθουσα του θρόνου του Παλατιού του Σαργκόν Β΄ στο σημερινό Χορσαμπάντ του Β. Ιράκ, 713–706 π.Χ. Στη Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ) έχουν βρεθεί τεράστιες συλλογές από πήλινες πινακίδες, με εγχάρακτα κείμενα που καταγράφουν τα πάντα, από την απλούστρη καταμέτρηση προβάτων μέχρι την πιο απόκρυφη μαντική τελετουργία. Πολλές πινακίδες αφορουν καθημερινές και διοικητικές υποθέσεις (πχ. καταγραφές προϊόντων, θρησκευτικές-μαντικές τελετουργίες κ.α.), αλλά υπάρχουν και αρκετές που χαρακτηρίζονται σαν λογοτεχνικές, αναφέρουν δηλ. ιστορίες, μύθους και θρύλους που ήταν κείμενα πολύ διαδεδομένα στην αρχαιότητα. Κείμενα παρόμοια με τα Ομηρικά έπη, αλλά πιο παλιά. Στα μέσα του 19ου αιώνα αποκρυπτογραφήθηκε η Ακκαδική γλώσσα, η γλώσσα στην οποία ήταν γραμμένες οι περισσότερες πινακίδες. Από τότε ξεκίνησε το διάβασμα των κειμένων αυτών και οι ποικίλες μεταφράσεις τους. Το μεγαλύτερο λογοτεχνικό κείμενο, απ' αυτά που βρέθηκαν μέχρι τώρα, είναι το «Έπος του Γκιλγκαμές», ένα επικό ποίημα χαραγμένο σε πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή σε Ακκαδική γλώσσα. Τα περισσότερα από τα δώδεκα κεφάλαια (πινακίδες) του Έπους βρέθηκαν στη βασιλική βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ 1 και στα ερείπια του ναού του θεού Ναμπού 2, στη Νινευή της Ασσυρίας (σημερινό Β. Ιράκ). Γνωρίζουμε σήμερα με βεβαιότητα ότι ο Γκιλγκαμές ήταν ιστορικό πρόσωπο και ότι στην αρχαιότητα θεωρούνταν ιστορικός χαρακτήρας και όχι μυθικός. Αυτό προκύπτει από τις επιγραφές με τους «καταλόγους των Σουμερίων βασιλέων» που βρέθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές, χρονολογημένες στην περίοδο 2500 - 2800 π.Χ. Σύμφωνα με τις παραπάνω επιγραφές ο Γκιλγκαμές ήταν βασιλιάς της πόλης Ουρούκ (σημ.: έχει αναγνωρισθεί ως η σύγχρονη Warka στο κεντρικό Ιράκ) στη διάρκεια της πρώτης δυναστείας (γύρω στα 2600 π.Χ). Το πιο σπουδαίο επίτευγμα του ήταν το χτίσιμο των τειχών γύρω από την Ουρούκ, που αναφέρεται στο Έπος και επιβεβαιώνεται από ένα νεότερο άρχοντα της πόλης, τον Ανάμ, που κατέγραψε την δική του ανακατασκευή των τειχών τα οποία ανέφερε ως «αρχαίο έργο του Γκιλγκαμές». Στον «κατάλογο των Σουμερίων βασιλέων» ο Γκιλγκαμές αναφέρεται σαν ο πέμπτος στη σειρά βασιλιάς που βασίλεψε στην Ουρούκ μετά τον μεγάλο κατακλυσμό Οι ανασκαφές στη πόλη Warka (πρώην Ουρούκ) που έγιναν από Γερμανούς αρχαιολόγους το 1928-29 έδειξαν μια μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονική ναών που υπήρχε και πριν οι κάτοικοι των μερών αυτών να μάθουν τη γραφή. Από τους περίπου 3000 στίχους της ακκαδικής εκδοχής του έπους, παρουσίαζω παρακάτω τα κείμενα στις πινακίδες 9 (IX), 10 (Χ) και 11 (XI). Οι πρώτες δυο έχουν σχέση με το ταξίδι του ήρωα Γκιλγκαμές (και βασιλιά της Ουρούκ) για την αναζήτηση της αιώνιας ζωής (αθανασίας), αναζήτηση που τον οδηγεί στον ήρωα Ουτναπίστιμ που έχει επιζήσει από ένα μεγάλο κατακλυσμό, ζει με τη γυναίκα του σε ένα παραδεισένιο νησί του ωκεανού (χώρα Ντίλμουν την ονομάζει) και είχε ήδη αποκτήσει την αθανασία. Η πινακίδα ΧΙ έχει σχέση με την περιγραφή του Ουτναπιστίμ για τον κατακλυσμό. ![]() H Ουρούκ (σημερινή Warka) είναι στο κάτω μέρος δίπλα στον Ευφράτη ποταμό. [1] Σχετικά με τη βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ [2] Κορυφαίος Σημιτικός θεός της γραφής και της σοφίας που λατρευόταν σε Ασσύριους και Βαβυλώνιους. Στην Βίβλο αναφέρεται ως Νεβώ |
|||
|
Οι πινακίδες ΙΧ και Χ του Έπους Γκιλγκαμές, που ονομάσθηκαν «η αναζήτηση της αιώνιας ζωής», παρουσιάζουν έναν αναστατωμένο Γκιλγκαμές να περιπλανιέται σε ξένες χώρες πριν και μετά τον Ωκεανό, τρομοκρατημένο και θλιμμένο από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Ενκιντού, που τον θεωρούσε αδελφό του. Ο Γκιλγκαμές, μετά το θάνατο του φίλου του, φοβούμενος την σύντομη έλευση του δικού του θανάτου αποφασίζει να φύγει από την πατρίδα που βασιλεύει, την Ουρούκ (Σουμερία Βαβυλωνίας), και να πάει να δει τον Ουτναπίστιμ, που μαζί με την σύζυγό του ήταν οι μοναδικοί επιζώντες από τον κατακλυσμό και ο μόνος που γνωρίζει τα μυστικά της αιώνιας ζωής. Ο Γκιλγκαμές αφού έκλαψε πικρά τον φίλο του Ενκιντού, περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, γυρίζοντας όλους τους κάμπους. Θρηνώντας για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου, φώναζε :
Και έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κει του χάρισαν την αιώνια ζωή. Το ταξίδι του στη στεριά ήταν επικίνδυνο: λιοντάρια παραμόνευαν, ενώ τα περάσματα των πανύψηλων βουνών Μάσου, φυλάσσονταν από ανθρώπους-σκορπιούς που:
Στην αρχή η υποδοχή του Γκιλγκαμές είναι εχθρική, αλλά όπως φαίνεται από ένα πολύ κατεστραμένο κομμάτι της πινακίδας, καταφέρνει να πείσει τον άνθρωπο-σκορπιό και τη γυναίκα του ότι πρέπει να περάσει από τη πύλη τους, παρ' όλο που ο άνθρωπος-σκορπιός τον απέτρεπε λέγοντας του:
Αλλά ο Γκιλγκαμές προχωράει μέσα από τη σκοτεινιά του βουνού Μάσου: Μια [δυο/τρεις/τέσσερις.... δέκα] λεύγες σαν ταξίδεψε. Αφού διαπέρασε τα σκοτεινά περάσματα του βουνού Μάσου, τσακισμένος, πεινασμένος και κατασχισμένος, ντυμένος με δέρματα ζώων, ο Γκιλγκαμές φθάνει στη θάλασσα και συναντά τη μάντισσα Σιντουρί, τη γυναίκα που έφτιαχνε κρασί και που καθόταν στο κήπο, στην άκρη της θάλασσας, με τα χρυσά τα κύπελα και τα χρυσά πιθάρια που τις χάρισαν οι «θεοί». Ο Γκιλγκαμές της είπε:
Και η μάντισα Σιντούρι, που φτιάχνει το κρασί, τού είπε:
Όταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα στο δάσος και κάθισε. Αμέσως ο Γκιλγκαμές ξεκίνησε και βρήκε τον Ουρσαναμπί.
Όταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά, πήγε στο δάσος έκοψε πασσάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και τους πήγε στον Ουρσαναμπί. Και έτσι ανοιχτήκαν στον ωκεανό. Για τρείς ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν ήδη διανύσει διάστημα ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το πλοίο του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρ-σαναμπί στον Γκιλγκαμές:
Και έτσι ο Ουρ-σαναμπί, ο πορθμέας, μετέφερε τον Γκιλγκαμές στον Ουτ-ναπιστίμ, που τον λέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ' αυτόν οι θεοί, απ΄ όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή». |
|
Η πινακίδα ΧΙ (η λεγόμενη πινακίδα του κατακλυσμού) αρχίζει με τον Γιλγαμές να απορεί πως ο ίδιος και ο Ουτναπίστιμ δείχνουν ακριβώς ίδιοι ενώ ο ένας είναι θνητός και ο άλλος αθάνατος. Ο Ουτναπίστιμ του αποκαλύπτει το "μυστικό των θεών" και του διηγείται την ιστορία του κατακλυσμού, και πως σώθηκε, και για όποιον γνωρίζει την ιστορία της κιβωτού του Νώε οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές. Η αφήγηση του κατακλυσμού στην ενδέκατη πινακίδα αρχίζει με ένα συμβούλιο των θεών. ![]() Πινακίδα 11: Ιστορία του Κατακλυσμού. Από τη Βιβλιοθήκη του Ασουρμπανιπάλ, 7ος αιώνας π.Χ. Τώρα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο
Οι θεοί αποφασίζουν να στείλουν ένα μεγάλο κατακλυσμό στους ανθρώπους:Ο Ουτ-ναπίστιμ είπε σ' αυτόν, στον Γκιλγκαμές:
Μόνο ο Έα καταπατά τη συμφωνία και προειδοποιεί τον Ουτναπίστιμ για την επικείμενη καταστροφή, στέλνει ένα μήνυμα μέσω μιας καλαμένιας καλύβας και ενός πλινθόκτιστου τοίχου. Συνεχίζει ο Ουτναπίστιμ τη διήγησή του στον Γκιλγκαμές:
Η κατασκευή της Κιβωτού του Ουτ-ναπιστίμΤότε κατασκευάζει το μεγάλο καράβι (Κιβωτός), σύμφωνα με ακριβέστατες οδηγίες και το ρίχνει στο νερό. Ο Ουτναπίστιμ διηγείται στον Γιλγαμές, πώς:
Ο φοβερός κατακλυσμός φθάνει:
Ο Ουτ-ναπιστίμ στέλνει έξω πρώτα ένα περιστέρι και ύστερα ένα χελιδόνι. Και τα δυο γυρίζουν πίσω. Τέλος στέλνει ένα κοράκι που δεν γυρίζει πίσω, σημάδι ότι τα νερά έχουν αποτραβηχτείλ (στη βίβλο ο Νώε στέλνει πρώτα ένα κοράκι και μετά δυο περιστέρια), στη συνέχεια κάνει μια μεγάλη θυσία στους θεούς. Οι θεοί μαζεύτηκαν γύρω από τη θυσία. Ο Ενλίλ είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό γιατί ξέφυγαν θνητοί από την καταστροφή. Δεν έπρεπε κανένας!!! Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ:
Ο Ενλίλ τελικά πείθεται και κάνει τον Ουτ-ναπίστιμ και τη γυναίκα του αθάνατους και τους στέλνει να ζήσουν μακριά στη χώρα Ντιλμουν, στους κήπους του ήλιου, εκεί που τον συνάντησε ο Γκιλγκαμές, λέγοντας:
Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ να ζώ μακριά στις εκβολές των ποταμών.
|





