You don't have permission to copy the content.

atlantida Tou Okeanou, σε αρχαία Γραμμική B' γραφή

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

The Legacy - Η κληρονομιά

Πήγαινε κάτω στο άρθρο

Η Aναζήτηση της αιώνιας ζωής και ο κατακλυσμός στο 'Επος του Γκιλγκαμές

Πιθανόν ο ήρωας Γκιλγκαμές που κυριαρχεί σ' ένα λιοντάρι-ανάγλυφο στο Louvre AO19862
Ασσυριακό άγαλμα, βρίσκεται στο Λούβρο,
πιθανόν αναπαριστά τον ήρωα Γκιλγκαμές
που κυριαρχεί σ' ένα λιοντάρι. Ανάγλυφο
που βρέθηκε στην αίθουσα του θρόνου του
Παλατιού του Σαργκόν Β΄ στο σημερινό
Χορσαμπάντ του Β. Ιράκ, 713–706 π.Χ.

Στη Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ) έχουν βρεθεί τεράστιες συλλογές από πήλινες πινακίδες, με εγχάρακτα κείμενα που καταγράφουν τα πάντα, από την απλούστρη καταμέτρηση προβάτων μέχρι την πιο απόκρυφη μαντική τελετουργία. Πολλές πινακίδες αφορουν καθημερινές και διοικητικές υποθέσεις (πχ. καταγραφές προϊόντων, θρησκευτικές-μαντικές τελετουργίες κ.α.), αλλά υπάρχουν και αρκετές που χαρακτηρίζονται σαν λογοτεχνικές, αναφέρουν δηλ. ιστορίες, μύθους και θρύλους που ήταν κείμενα πολύ διαδεδομένα στην αρχαιότητα. Κείμενα παρόμοια με τα Ομηρικά έπη, αλλά πιο παλιά.

Στα μέσα του 19ου αιώνα αποκρυπτογραφήθηκε η Ακκαδική γλώσσα, η γλώσσα στην οποία ήταν γραμμένες οι περισσότερες πινακίδες. Από τότε ξεκίνησε το διάβασμα των κειμένων αυτών και οι ποικίλες μεταφράσεις τους.

Το μεγαλύτερο λογοτεχνικό κείμενο, απ' αυτά που βρέθηκαν μέχρι τώρα, είναι το «Έπος του Γκιλγκαμές», ένα επικό ποίημα χαραγμένο σε πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή σε Ακκαδική γλώσσα. Τα περισσότερα από τα δώδεκα κεφάλαια (πινακίδες) του Έπους βρέθηκαν στη βασιλική βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ 1 και στα ερείπια του ναού του θεού Ναμπού 2, στη Νινευή της Ασσυρίας (σημερινό Β. Ιράκ).

Γνωρίζουμε σήμερα με βεβαιότητα ότι ο Γκιλγκαμές ήταν ιστορικό πρόσωπο και ότι στην αρχαιότητα θεωρούνταν ιστορικός χαρακτήρας και όχι μυθικός. Αυτό προκύπτει από τις επιγραφές με τους «καταλόγους των Σουμερίων βασιλέων» που βρέθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές, χρονολογημένες στην περίοδο 2500 - 2800 π.Χ.  Σύμφωνα με τις παραπάνω επιγραφές ο Γκιλγκαμές ήταν βασιλιάς της πόλης Ουρούκ (σημ.: έχει αναγνωρισθεί ως η σύγχρονη Warka στο κεντρικό Ιράκ) στη διάρκεια της πρώτης δυναστείας (γύρω στα 2600 π.Χ). Το πιο σπουδαίο επίτευγμα του ήταν το χτίσιμο των τειχών γύρω από την Ουρούκ, που αναφέρεται στο Έπος και επιβεβαιώνεται από ένα νεότερο άρχοντα της πόλης, τον Ανάμ, που κατέγραψε την δική του ανακατασκευή των τειχών τα οποία ανέφερε ως  «αρχαίο έργο του Γκιλγκαμές».

Στον «κατάλογο των Σουμερίων βασιλέων» ο Γκιλγκαμές  αναφέρεται σαν ο πέμπτος στη σειρά βασιλιάς που βασίλεψε στην Ουρούκ μετά τον μεγάλο κατακλυσμό

Οι ανασκαφές στη πόλη Warka (πρώην Ουρούκ) που έγιναν από Γερμανούς αρχαιολόγους το 1928-29 έδειξαν μια μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονική ναών που υπήρχε και πριν οι κάτοικοι των μερών αυτών να μάθουν τη γραφή.

Από τους περίπου 3000 στίχους της ακκαδικής εκδοχής του έπους, παρουσίαζω παρακάτω τα κείμενα στις πινακίδες 9 (IX), 10 (Χ) και 11 (XI). Οι πρώτες δυο έχουν σχέση με το ταξίδι του ήρωα Γκιλγκαμές (και βασιλιά της Ουρούκ) για την αναζήτηση της αιώνιας ζωής (αθανασίας), αναζήτηση που τον οδηγεί στον ήρωα Ουτναπίστιμ που έχει επιζήσει από ένα μεγάλο κατακλυσμό, ζει με τη γυναίκα του σε ένα παραδεισένιο νησί του ωκεανού (χώρα Ντίλμουν την ονομάζει) και είχε ήδη αποκτήσει την αθανασία.  Η πινακίδα ΧΙ έχει σχέση με την περιγραφή του Ουτναπιστίμ για τον κατακλυσμό.
ΈΧΩ αφαιρέσει όλες τις επαναλήψεις στους διαλόγους που υπάρχουν αποκλειστικά στις πινακίδες.

Αρχαία Μεσοποταμία. Φαίνεται η πόλη του Γκιλγκαμές Ουρούκ
Αρχαία Μεσοποταμία. Φαίνoνται τα μέρη που έχουν βρεθεί Ακκαδικοί μύθοι.
H Ουρούκ (σημερινή Warka) είναι στο κάτω μέρος δίπλα στον Ευφράτη ποταμό.

[1]  Σχετικά με τη βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ

[2] Κορυφαίος Σημιτικός θεός της γραφής και της σοφίας που λατρευόταν σε Ασσύριους και Βαβυλώνιους. Στην Βίβλο αναφέρεται ως Νεβώ


Οι πινακίδες ΙΧ  και Χ του Έπους Γκιλγκαμές, που ονομάσθηκαν «η αναζήτηση της αιώνιας ζωής», παρουσιάζουν έναν αναστατωμένο Γκιλγκαμές να περιπλανιέται σε ξένες χώρες πριν και μετά τον Ωκεανό, τρομοκρατημένο και θλιμμένο από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Ενκιντού, που τον θεωρούσε αδελφό του.

Ο Γκιλγκαμές, μετά το θάνατο του φίλου του, φοβούμενος την σύντομη έλευση του δικού του θανάτου αποφασίζει να φύγει από την πατρίδα που βασιλεύει, την Ουρούκ (Σουμερία Βαβυλωνίας), και να πάει να δει τον Ουτναπίστιμ, που μαζί με την σύζυγό του ήταν οι μοναδικοί επιζώντες από τον κατακλυσμό και ο μόνος που γνωρίζει τα μυστικά της αιώνιας ζωής.

Ο Γκιλγκαμές αφού έκλαψε πικρά τον φίλο του Ενκιντού, περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, γυρίζοντας όλους τους κάμπους.  Θρηνώντας για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου, φώναζε :

Πώς είναι δυνατό να σταματήσω; Πώς είναι δυνατό να ησυχάσω;
Απελπισία πνίγει την καρδιά μου. Που είναι τώρα ο αδελφός μου;
Και τι θα γίνω όταν θα πεθάνω; Έπειτα φοβάμαι το θάνατο,
θα κάνω ότι μπορέσω για να βρω τον Ουτναπιστίμ, που τον αποκαλούν
"Μακρινό" γιατί αυτός κατάφερε να μπει στο συμβούλιο των Θεών.

Και έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κει του χάρισαν την αιώνια ζωή.

Το ταξίδι του στη στεριά ήταν επικίνδυνο: λιοντάρια παραμόνευαν, ενώ τα περάσματα των πανύψηλων βουνών Μάσου, φυλάσσονταν από ανθρώπους-σκορπιούς που:

H αύρα τους τρόμο σκορπάει, το βλέμμα τους θανατερό,
η λάμψη τους η τρομερή βουνά σαρώνει.
Φυλάσσουν τον ήλιο την Αυγή και το σούρουπο.

Στην αρχή η υποδοχή του Γκιλγκαμές είναι εχθρική, αλλά όπως φαίνεται από ένα πολύ κατεστραμένο κομμάτι της πινακίδας, καταφέρνει να πείσει τον άνθρωπο-σκορπιό και τη γυναίκα του ότι πρέπει να περάσει από τη πύλη τους, παρ' όλο που ο άνθρωπος-σκορπιός τον απέτρεπε λέγοντας του:

Γκιλγκαμές, κοινός θνητός δεν βρέθηκε αυτό να καταφέρει
Το μονοπάτι του βουνού κανείς δεν πέρασε,

δώδεκα λεύγες σκοτεινιά απ' άκρη σ' άκρη.
Βαθύ είναι το σκοτάδι, χωρίς κανένα φως.
Η καρδιά πνίγεται από τη σκοτεινιά

Αλλά ο Γκιλγκαμές προχωράει μέσα από τη σκοτεινιά του βουνού Μάσου:

Μια [δυο/τρεις/τέσσερις.... δέκα] λεύγες σαν ταξίδεψε.
Βαθύ ήταν το σκοτάδι χωρίς κανένα φως.
Να δει  ούτε μπρος ούτε πίσω μπορεί.
Μετά τη δέκατη λεύγα το τέλος έφτανε,
μετά την ενδέκατη τη λεύγα, φάνηκε το φως της Αυγής.
Στο τέλος της δωδέκατης λεύγας η φωτεινότητα ήταν παντού.
Και μακριά βλέπει τον "κήπο των θεών".
Ολόγυρά του ήταν θάμνοι αγκαθωτοί, με πολύτιμα πετράδια φορτωμένοι.
Όταν τον αντίκρυσε προχώρησε ίσια προς τα κεί, γιατί εκεί κρεμόντανε
δοχεία από καρνέλιαν γεμάτα με κρασί. Τ' αγκάθια και οι βελόνες των
θάμνων είχαν αιματίτη και πολύτιμες πέτρες, αχάτη και μαργαριτάρια που
βγαίναν από τη θάλασσα. Για φύλλωμα, λαζούρι.

..... Πολλά διαφορετικά είδη δέντρων και ημιπολίτιμων λίθων αναφέρονται στο ποίημα

Αφού διαπέρασε τα σκοτεινά περάσματα του βουνού Μάσου, τσακισμένος, πεινασμένος και κατασχισμένος, ντυμένος με δέρματα ζώων, ο Γκιλγκαμές φθάνει στη θάλασσα και συναντά τη μάντισσα Σιντουρί, τη γυναίκα που έφτιαχνε κρασί και που καθόταν στο κήπο, στην άκρη της θάλασσας, με τα χρυσά τα κύπελα και τα χρυσά πιθάρια που τις χάρισαν οι «θεοί». Ο Γκιλγκαμές της είπε:

Νέα κοπέλλα Αλεβή, εσύ που φτιάχνεις το κρασί, γιατί μαντάλωσες τη πόρτα σου;
Τι είδες και σ' έκανε να ασφαλίσεις τη πόρτα σου; θα σπάσω
και θα συντρίψω τη πόρτα σου. Εγώ είμαι ο Γκιλγκαμές
που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο τ' ουρανού............
...Πές μου τώρα Αλεβή, ποιός ειν΄ ο δρόμος για να βρώ τον Ουτναπιστίμ,
το γιο τού Ούμπαρα - Τούτου; Δώσε μου κατευθύνσεις! Όποιες και αν είναι! 
Ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρω!
Θα διαπλεύσω και τον ωκεανό αν είναι δυνατό. Κι αν δεν είναι δυνατό,
θα πλανηθώ ακόμα πιο μακριά στην έρημο.

Και η μάντισα Σιντούρι, που φτιάχνει το κρασί, τού είπε:

Γκιλγκαμές, δεν υπάρχει τρόπος να διαπλεύσεις τον ωκεανό. Από όπου και αν ήρθες

και από την πανάρχαια αν είσαι εποχή, δεν είσαι ικανός αυτή τη θάλασσα

για να διαβείς. Μόνο ο ήλιος μέσα στη δόξα του μπορεί να διαπερνάει

αυτόν τον ωκεανό. Αλλά κανείς πέρα από το Σαμάς (Σημείωση: είναι ο θεός του ήλιου)

δεν τον πέρασε ποτέ. Ο τόπος και το πέρασμα είναι δύσκολα.
Και τα νερά του θανάτου που ρέουν ανάμεσά του είναι βαθειά.
Γκιλγκαμές πώς είναι δυνατό να διαπλεύσεις έναν τέτοιο ωκεανό;
Κι όταν θα φτάσεις στα νερά του θανάτου τι θα κάνεις; Παρ΄ όλα αυτά Γκιλγκαμές,
κάτω εκεί στο δάσος θα βρεις τον Ουρσαναμπί, τον πορθμέα του Ουτναπιστίμ.
Αυτός κρατάει τα ιερά πράγματα, τα πέτρινα πράγματα. Στο πλοίο του έχει πλώρη ερπετού.

Ερεύνησέ τον καλά. Και αν είναι δυνατό θα διαπλεύσεις μαζί του τα νερά.

Αλλά αν δεν είναι δυνατό, πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Όταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα στο δάσος και κάθισε. Αμέσως ο Γκιλγκαμές ξεκίνησε και βρήκε τον Ουρσαναμπί. 

– Ο Ουρ-σαναμπί είπε στον Γκιλγκαμές:

… Γκιλγκαμές τα ίδια σου τα χέρια σε εμποδίζουνε να διαπλεύσεις τον ωκεανό.
Όταν έσπαζες τα πέτρινα αντικείμενα, έσπαζες την ασφάλεια του πλοίου".

 

– Ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε:

Γιατί είσαι τόσο θυμωμένος μαζί μου, Ουρσαναμπί,

αφού εσύ διαπερνάς τον ωκεανό νύκτα και ημέρα κι όλες τις εποχές του χρόνου;

 

– Κι ο Ουρσαναμπί του είπε:

"Αυτές οι πραγματικές πέτρες ήσαν εκείνες που με
μετέφεραν με σιγουριά πάνω από τον ωκεανό."

(σχόλιο: Ήταν κρύσταλλοι ή καύσιμες πέτρες που παρείχαν ενέργεια για τη κίνηση;)

 

Τώρα όμως Γκιλγκαμές

πήγαινε μέσα στο δάσος, με το τσεκούρι σου κόψε πασσάλους. Κόψε εκατόν είκοσι πασάλους.
Και κόψε τους εξήντα κύβιτα μήκος (Σημείωση: (30μ.). Κλάδεψέ τους και βάλε λαβές πάνω.
Βάψε τους με πίσσα, δέσε τους με στεφάνι και φέρε τους εδώ (στο πλοίο;).

Όταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά, πήγε στο δάσος έκοψε πασσάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και τους πήγε στον Ουρσαναμπί.
Μ΄ αυτούς επενδύσανε το πλοίο ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί μαζί.

Και έτσι ανοιχτήκαν στον ωκεανό. Για τρείς ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν ήδη διανύσει διάστημα ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το πλοίο του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρ-σαναμπί στον Γκιλγκαμές:

Βιάσου και μείνε καθαρός Γκιλγκαμές, πάρε ένα πάσαλο τη φορά και σπρώξε τον προς τα εκεί,
αλλά "πρόσεξε τα χέρια σου να μην αγγίξουν τα νερά". Κράτα τη λαβή!

Πάρε ένα δεύτερο, ένα τρίτο, μετά ένα τέταρτο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε έναν πέμπτο, έναν έκτο και μετά έναν έβδομο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε τον όγδοο, τον ένατο και το δέκατο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε τον ενδέκατο και μετά τον δωδέκατο πάσαλο, Γκιλγκαμές.
Μέσα σε επτακόσια είκοσι μέτρα, ο Γκιλγκαμές είχε εξαντλήσει τους πασάλους.
Μετά έλυσε τη ζώνη του, ο Γκιλκαμές γδύθηκε.
Σήκωσε το χέρι του σ' ένα κατάρτι και έκανε τα ρούχα του πανιά.
Ο Ουτ-ναπιστίμ κοίταζε από μακριά, συλλογίστηκε και μίλησε στον εαυτό του,
...

Και έτσι ο Ουρ-σαναμπί, ο πορθμέας, μετέφερε τον Γκιλγκαμές στον Ουτ-ναπιστίμ, που τον λέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ' αυτόν οι θεοί, απ΄ όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή».


Η πινακίδα ΧΙ (η λεγόμενη πινακίδα του κατακλυσμού) αρχίζει με τον Γιλγαμές να απορεί πως ο ίδιος και ο Ουτναπίστιμ δείχνουν ακριβώς ίδιοι ενώ ο ένας είναι θνητός και ο άλλος αθάνατος. Ο Ουτναπίστιμ του αποκαλύπτει το "μυστικό των θεών" και του διηγείται την ιστορία του κατακλυσμού, και πως σώθηκε, και για όποιον γνωρίζει την ιστορία της κιβωτού του Νώε οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές. Η αφήγηση του κατακλυσμού στην ενδέκατη πινακίδα αρχίζει με ένα συμβούλιο των θεών.

Νεοασσυριακή πήλινη πινακίδα. Έπος του Γκιλγκαμές,
Πινακίδα 11: Ιστορία του Κατακλυσμού. Από τη Βιβλιοθήκη
του Ασουρμπανιπάλ, 7ος αιώνας π.Χ. Τώρα βρίσκεται
στο Βρετανικό Μουσείο

 

Οι θεοί αποφασίζουν να στείλουν ένα μεγάλο κατακλυσμό στους ανθρώπους:

Ο Ουτ-ναπίστιμ είπε σ' αυτόν, στον Γκιλγκαμές:

Επέτρεψέ μου να σου αποκαλύψω ένα πολύ αμφιλεγόμενο θέμα. Το μυστικό των θεών.
Το Σουρουπάκ είναι μια πόλη που γνωρίζεις και εσύ και βρίσκεται στην όχθη του Ευφράτη.

Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιο παλιοί είν΄ οι Θεοί της.

 

Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των Θεών.

Εκεί ήταν κι ο πολεμικός Ενλίλ ο σύμβουλός τους, η Νινούρτα η καμαριέρα,
και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά.
Ο διορατικός Εά ορκίστηκε μαζί τους τον όρκο της μυστικότητας.

Κείνον τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν.
Ο κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος.

Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από τις κραυγές τους.

 

Ο Ενλίλ, που άκουσε τις φωνές τους, είπε στο Συμβούλιο των Θεών: 

 

Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι.
Και δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία.

 

Και τότε οι θεοί πρόθυμα αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό.

Μόνο ο Έα καταπατά τη συμφωνία και προειδοποιεί τον Ουτναπίστιμ για την επικείμενη καταστροφή, στέλνει ένα μήνυμα μέσω μιας καλαμένιας καλύβας και ενός πλινθόκτιστου τοίχου. Συνεχίζει ο Ουτναπίστιμ τη διήγησή του στον Γκιλγκαμές:

«Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε

τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό μου:

"Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ώ τείχος! άκουσε με προσοχή

καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Ανθρωπε του Σουρρουπάκ, γιέ του

Ούμπαρα - Τούτου, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε

την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του

κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου.
Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε πλοίο.

Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις:

οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι

σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο

σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων».

Η κατασκευή της Κιβωτού του Ουτ-ναπιστίμ

Τότε κατασκευάζει το μεγάλο καράβι (Κιβωτός), σύμφωνα με ακριβέστατες οδηγίες και το ρίχνει στο νερό. Ο Ουτναπίστιμ διηγείται στον Γιλγαμές, πώς:

Όταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά

κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν. Την Πέμπτη

ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το

σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα άκρ. Κάθε πλευρά του πλοίου

λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κύβιτα (Σημ.: περίπου 60 μ.).
Το σχήμα του ήταν τετράγωνο. 

 

Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα εφτά.
Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Όπου

χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα

εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγήνια με το λάδι. Έριξα

πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιο

πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο.
Έσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα.
Έδωσα στους εργάτες του πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και ήτανε νεράκι,
δυνατό κρασί και κοκκινέλι και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε
όπως γιορτάζουμε την γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου
με αρωματικό λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα.

 

Δυσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του

πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δύο τρίτα. Φόρτωσαν πάνω

όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους

συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους τεχνίτες.

Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που

είχε ορίσει ο Σαμάς:

"Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε την καταστροφική
του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις 
σκαλωσιές σου".

 

Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Έφθασε η νύχτα. Ο καβαλάρης της θύελλας έστειλε τη βροχή.
Κοίταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα
τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα συμπληρωθεί: Και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα.
Και έτσι έδωσα το τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της

ναυσιπλοϊας και τη φροντίδα του πλοίου».

Ο φοβερός κατακλυσμός φθάνει:

Με τα χαράματα ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα.
Ο Αντάντ, ο κύριος της θύελλας καβαλάρης, βροντούσε μέσα εκεί,
Καθώς αυτό περνούσε.

Μπροστά, πάνω από το λόφο και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς
προχωρούσαν οι κήρυκες της θύελλας.
Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους

υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου.
Ο Νινούρτα, ο κύριος του πολέμου, έσπασε τα φράγματα και οι εφτά
κριτές της κόλασης και οι Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους
για να φωτίσουν τη γη με το ωχρό τους φώς.
Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς,

όπου ο θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και
είχε συντρίψει τη γη σαν κύπελλο.
Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια
ορμή καθώς προχωρούσε και ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους,
σαν θύελλα μαχών.
Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δει τον αδελφό του,
ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον ουρανό.
Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν

στα πιο ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα

τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα.
Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά
σαν παραδουλεύτρα:

"Αλλοίμονο οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό.

Αλλά γιατί να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών;
Υποκινούσα πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν
δικοί μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά

ψαριών στον ωκεανό".

Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους.

 

Έξη ημέρες και έξη νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι,

θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δυό φαντάσματα πολεμιστών.

Όταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα

ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Όλη η ανθρωπότητα είχε γίνει

λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός

ησύχαζε.
Άνοιξα μια χαραμάδα και το φώς έπεσε στο πρόσωπό μου. Και τότε

έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα

μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά.
Μάταια αναζητούσα με το βλέμμα μου γη. Μακριά όμως σε απόσταση

δεκατεσσάρων λευγών εμφανίστηκε ένα βουνό και κει άραξε το πλοίο μου.

 

Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πιά δεν κουνιόταν. Σταμάτησε

τη μία ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη

ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη

ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. 

Η θέση του όρους Νισίρ (στο μπλε ορθογώνιο) που άραξε
το πλοίο του Ουτναπίστιμ μετά τον κατακλυσμό

Ο Ουτ-ναπιστίμ στέλνει έξω πρώτα ένα περιστέρι και ύστερα ένα χελιδόνι. Και τα δυο γυρίζουν πίσω. Τέλος στέλνει ένα κοράκι που δεν γυρίζει πίσω, σημάδι ότι τα νερά έχουν αποτραβηχτείλ (στη βίβλο ο Νώε στέλνει πρώτα ένα κοράκι και μετά δυο περιστέρια), στη συνέχεια κάνει μια μεγάλη θυσία στους θεούς. Οι θεοί μαζεύτηκαν γύρω από τη θυσία. Ο Ενλίλ είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό γιατί ξέφυγαν θνητοί από την καταστροφή. Δεν έπρεπε κανένας!!!

Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ:

Ήρωα Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιο σοφός απ' τους θεούς πώς μπόρεσες

τόσο ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό;

Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει

και η παρανομία τον παράνομο

Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί

Μη γίνεσαι σκληρός και μην τον αφανίζεις.

Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο

και θάταν προτιμότερη απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε ένας λοιμός ν' αφάνιζε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερος απ' τον κατακλυσμό.

Ο Ενλίλ τελικά πείθεται και κάνει τον Ουτ-ναπίστιμ και τη γυναίκα του αθάνατους και τους στέλνει να ζήσουν μακριά στη χώρα Ντιλμουν, στους κήπους του ήλιου, εκεί που τον συνάντησε ο Γκιλγκαμές, λέγοντας:

Ουτ-ναπιστίμ, παλιότερα ήσουνα θνητός άνθρωπος. Από δω και μπρος
εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακριά, εκεί που είναι οι εκβολές των ποταμών.

Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ να ζώ μακριά στις εκβολές των ποταμών.

 

 

 Θεόδωρος Πάσχος