You don't have permission to copy the content.

atlantida Tou Okeanou, σε αρχαία Γραμμική B' γραφή

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

The Legacy - Η κληρονομιά

Η πινακίδα ΧΙ (η λεγόμενη πινακίδα του κατακλυσμού) αρχίζει με τον Γιλγαμές να απορεί πως ο ίδιος και ο Ουτναπίστιμ δείχνουν ακριβώς ίδιοι ενώ ο ένας είναι θνητός και ο άλλος αθάνατος. Ο Ουτναπίστιμ του αποκαλύπτει το "μυστικό των θεών" και του διηγείται την ιστορία του κατακλυσμού, και πως σώθηκε, και για όποιον γνωρίζει την ιστορία της κιβωτού του Νώε οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές. Η αφήγηση του κατακλυσμού στην ενδέκατη πινακίδα αρχίζει με ένα συμβούλιο των θεών.

Νεοασσυριακή πήλινη πινακίδα. Έπος του Γκιλγκαμές,
Πινακίδα 11: Ιστορία του Κατακλυσμού. Από τη Βιβλιοθήκη
του Ασουρμπανιπάλ, 7ος αιώνας π.Χ. Τώρα βρίσκεται
στο Βρετανικό Μουσείο

 

Οι θεοί αποφασίζουν να στείλουν ένα μεγάλο κατακλυσμό στους ανθρώπους:

Ο Ουτ-ναπίστιμ είπε σ' αυτόν, στον Γκιλγκαμές:

Επέτρεψέ μου να σου αποκαλύψω ένα πολύ αμφιλεγόμενο θέμα. Το μυστικό των θεών.
Το Σουρουπάκ είναι μια πόλη που γνωρίζεις και εσύ και βρίσκεται στην όχθη του Ευφράτη.

Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιο παλιοί είν΄ οι Θεοί της.

 

Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των Θεών.

Εκεί ήταν κι ο πολεμικός Ενλίλ ο σύμβουλός τους, η Νινούρτα η καμαριέρα,
και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά.
Ο διορατικός Εά ορκίστηκε μαζί τους τον όρκο της μυστικότητας.

Κείνον τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν.
Ο κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος.

Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από τις κραυγές τους.

 

Ο Ενλίλ, που άκουσε τις φωνές τους, είπε στο Συμβούλιο των Θεών: 

 

Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι.
Και δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία.

 

Και τότε οι θεοί πρόθυμα αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό.

Μόνο ο Έα καταπατά τη συμφωνία και προειδοποιεί τον Ουτναπίστιμ για την επικείμενη καταστροφή, στέλνει ένα μήνυμα μέσω μιας καλαμένιας καλύβας και ενός πλινθόκτιστου τοίχου. Συνεχίζει ο Ουτναπίστιμ τη διήγησή του στον Γκιλγκαμές:

«Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε

τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό μου:

"Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ώ τείχος! άκουσε με προσοχή

καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Ανθρωπε του Σουρρουπάκ, γιέ του

Ούμπαρα - Τούτου, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε

την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του

κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου.
Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε πλοίο.

Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις:

οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι

σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο

σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων».

Η κατασκευή της Κιβωτού του Ουτ-ναπιστίμ

Τότε κατασκευάζει το μεγάλο καράβι (Κιβωτός), σύμφωνα με ακριβέστατες οδηγίες και το ρίχνει στο νερό. Ο Ουτναπίστιμ διηγείται στον Γιλγαμές, πώς:

Όταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά

κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν. Την Πέμπτη

ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το

σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα άκρ. Κάθε πλευρά του πλοίου

λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κύβιτα (Σημ.: περίπου 60 μ.).
Το σχήμα του ήταν τετράγωνο. 

 

Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα εφτά.
Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Όπου

χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα

εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγήνια με το λάδι. Έριξα

πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιο

πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο.
Έσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα.
Έδωσα στους εργάτες του πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και ήτανε νεράκι,
δυνατό κρασί και κοκκινέλι και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε
όπως γιορτάζουμε την γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου
με αρωματικό λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα.

 

Δυσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του

πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δύο τρίτα. Φόρτωσαν πάνω

όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους

συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους τεχνίτες.

Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που

είχε ορίσει ο Σαμάς:

"Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε την καταστροφική
του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις 
σκαλωσιές σου".

 

Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Έφθασε η νύχτα. Ο καβαλάρης της θύελλας έστειλε τη βροχή.
Κοίταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα
τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα συμπληρωθεί: Και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα.
Και έτσι έδωσα το τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της

ναυσιπλοϊας και τη φροντίδα του πλοίου».

Ο φοβερός κατακλυσμός φθάνει:

Με τα χαράματα ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα.
Ο Αντάντ, ο κύριος της θύελλας καβαλάρης, βροντούσε μέσα εκεί,
Καθώς αυτό περνούσε.

Μπροστά, πάνω από το λόφο και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς
προχωρούσαν οι κήρυκες της θύελλας.
Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους

υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου.
Ο Νινούρτα, ο κύριος του πολέμου, έσπασε τα φράγματα και οι εφτά
κριτές της κόλασης και οι Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους
για να φωτίσουν τη γη με το ωχρό τους φώς.
Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς,

όπου ο θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και
είχε συντρίψει τη γη σαν κύπελλο.
Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια
ορμή καθώς προχωρούσε και ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους,
σαν θύελλα μαχών.
Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δει τον αδελφό του,
ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον ουρανό.
Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν

στα πιο ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα

τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα.
Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά
σαν παραδουλεύτρα:

"Αλλοίμονο οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό.

Αλλά γιατί να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών;
Υποκινούσα πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν
δικοί μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά

ψαριών στον ωκεανό".

Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους.

 

Έξη ημέρες και έξη νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι,

θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δυό φαντάσματα πολεμιστών.

Όταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα

ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Όλη η ανθρωπότητα είχε γίνει

λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός

ησύχαζε.
Άνοιξα μια χαραμάδα και το φώς έπεσε στο πρόσωπό μου. Και τότε

έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα

μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά.
Μάταια αναζητούσα με το βλέμμα μου γη. Μακριά όμως σε απόσταση

δεκατεσσάρων λευγών εμφανίστηκε ένα βουνό και κει άραξε το πλοίο μου.

 

Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πιά δεν κουνιόταν. Σταμάτησε

τη μία ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη

ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη

ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. 

Η θέση του όρους Νισίρ (στο μπλε ορθογώνιο) που άραξε
το πλοίο του Ουτναπίστιμ μετά τον κατακλυσμό

Ο Ουτ-ναπιστίμ στέλνει έξω πρώτα ένα περιστέρι και ύστερα ένα χελιδόνι. Και τα δυο γυρίζουν πίσω. Τέλος στέλνει ένα κοράκι που δεν γυρίζει πίσω, σημάδι ότι τα νερά έχουν αποτραβηχτείλ (στη βίβλο ο Νώε στέλνει πρώτα ένα κοράκι και μετά δυο περιστέρια), στη συνέχεια κάνει μια μεγάλη θυσία στους θεούς. Οι θεοί μαζεύτηκαν γύρω από τη θυσία. Ο Ενλίλ είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό γιατί ξέφυγαν θνητοί από την καταστροφή. Δεν έπρεπε κανένας!!!

Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ:

Ήρωα Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιο σοφός απ' τους θεούς πώς μπόρεσες

τόσο ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό;

Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει

και η παρανομία τον παράνομο

Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί

Μη γίνεσαι σκληρός και μην τον αφανίζεις.

Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο

και θάταν προτιμότερη απ' τον κατακλυσμό.

Μπορούσε ένας λοιμός ν' αφάνιζε τον άνθρωπο

και θάταν προτιμότερος απ' τον κατακλυσμό.

Ο Ενλίλ τελικά πείθεται και κάνει τον Ουτ-ναπίστιμ και τη γυναίκα του αθάνατους και τους στέλνει να ζήσουν μακριά στη χώρα Ντιλμουν, στους κήπους του ήλιου, εκεί που τον συνάντησε ο Γκιλγκαμές, λέγοντας:

Ουτ-ναπιστίμ, παλιότερα ήσουνα θνητός άνθρωπος. Από δω και μπρος
εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακριά, εκεί που είναι οι εκβολές των ποταμών.

Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ να ζώ μακριά στις εκβολές των ποταμών.

 

 

 Θεόδωρος Πάσχος