You don't have permission to copy the content.

atlantida Tou Okeanou, σε αρχαία Γραμμική B' γραφή

Επιλέξτε τη γλώσσα σας

The Legacy - Η κληρονομιά

Οι πινακίδες ΙΧ  και Χ του Έπους Γκιλγκαμές, που ονομάσθηκαν «η αναζήτηση της αιώνιας ζωής», παρουσιάζουν έναν αναστατωμένο Γκιλγκαμές να περιπλανιέται σε ξένες χώρες πριν και μετά τον Ωκεανό, τρομοκρατημένο και θλιμμένο από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Ενκιντού, που τον θεωρούσε αδελφό του.

Ο Γκιλγκαμές, μετά το θάνατο του φίλου του, φοβούμενος την σύντομη έλευση του δικού του θανάτου αποφασίζει να φύγει από την πατρίδα που βασιλεύει, την Ουρούκ (Σουμερία Βαβυλωνίας), και να πάει να δει τον Ουτναπίστιμ, που μαζί με την σύζυγό του ήταν οι μοναδικοί επιζώντες από τον κατακλυσμό και ο μόνος που γνωρίζει τα μυστικά της αιώνιας ζωής.

Ο Γκιλγκαμές αφού έκλαψε πικρά τον φίλο του Ενκιντού, περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, γυρίζοντας όλους τους κάμπους.  Θρηνώντας για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου, φώναζε :

Πώς είναι δυνατό να σταματήσω; Πώς είναι δυνατό να ησυχάσω;
Απελπισία πνίγει την καρδιά μου. Που είναι τώρα ο αδελφός μου;
Και τι θα γίνω όταν θα πεθάνω; Έπειτα φοβάμαι το θάνατο,
θα κάνω ότι μπορέσω για να βρω τον Ουτναπιστίμ, που τον αποκαλούν
"Μακρινό" γιατί αυτός κατάφερε να μπει στο συμβούλιο των Θεών.

Και έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κει του χάρισαν την αιώνια ζωή.

Το ταξίδι του στη στεριά ήταν επικίνδυνο: λιοντάρια παραμόνευαν, ενώ τα περάσματα των πανύψηλων βουνών Μάσου, φυλάσσονταν από ανθρώπους-σκορπιούς που:

H αύρα τους τρόμο σκορπάει, το βλέμμα τους θανατερό,
η λάμψη τους η τρομερή βουνά σαρώνει.
Φυλάσσουν τον ήλιο την Αυγή και το σούρουπο.

Στην αρχή η υποδοχή του Γκιλγκαμές είναι εχθρική, αλλά όπως φαίνεται από ένα πολύ κατεστραμένο κομμάτι της πινακίδας, καταφέρνει να πείσει τον άνθρωπο-σκορπιό και τη γυναίκα του ότι πρέπει να περάσει από τη πύλη τους, παρ' όλο που ο άνθρωπος-σκορπιός τον απέτρεπε λέγοντας του:

Γκιλγκαμές, κοινός θνητός δεν βρέθηκε αυτό να καταφέρει
Το μονοπάτι του βουνού κανείς δεν πέρασε,

δώδεκα λεύγες σκοτεινιά απ' άκρη σ' άκρη.
Βαθύ είναι το σκοτάδι, χωρίς κανένα φως.
Η καρδιά πνίγεται από τη σκοτεινιά

Αλλά ο Γκιλγκαμές προχωράει μέσα από τη σκοτεινιά του βουνού Μάσου:

Μια [δυο/τρεις/τέσσερις.... δέκα] λεύγες σαν ταξίδεψε.
Βαθύ ήταν το σκοτάδι χωρίς κανένα φως.
Να δει  ούτε μπρος ούτε πίσω μπορεί.
Μετά τη δέκατη λεύγα το τέλος έφτανε,
μετά την ενδέκατη τη λεύγα, φάνηκε το φως της Αυγής.
Στο τέλος της δωδέκατης λεύγας η φωτεινότητα ήταν παντού.
Και μακριά βλέπει τον "κήπο των θεών".
Ολόγυρά του ήταν θάμνοι αγκαθωτοί, με πολύτιμα πετράδια φορτωμένοι.
Όταν τον αντίκρυσε προχώρησε ίσια προς τα κεί, γιατί εκεί κρεμόντανε
δοχεία από καρνέλιαν γεμάτα με κρασί. Τ' αγκάθια και οι βελόνες των
θάμνων είχαν αιματίτη και πολύτιμες πέτρες, αχάτη και μαργαριτάρια που
βγαίναν από τη θάλασσα. Για φύλλωμα, λαζούρι.

..... Πολλά διαφορετικά είδη δέντρων και ημιπολίτιμων λίθων αναφέρονται στο ποίημα

Αφού διαπέρασε τα σκοτεινά περάσματα του βουνού Μάσου, τσακισμένος, πεινασμένος και κατασχισμένος, ντυμένος με δέρματα ζώων, ο Γκιλγκαμές φθάνει στη θάλασσα και συναντά τη μάντισσα Σιντουρί, τη γυναίκα που έφτιαχνε κρασί και που καθόταν στο κήπο, στην άκρη της θάλασσας, με τα χρυσά τα κύπελα και τα χρυσά πιθάρια που τις χάρισαν οι «θεοί». Ο Γκιλγκαμές της είπε:

Νέα κοπέλλα Αλεβή, εσύ που φτιάχνεις το κρασί, γιατί μαντάλωσες τη πόρτα σου;
Τι είδες και σ' έκανε να ασφαλίσεις τη πόρτα σου; θα σπάσω
και θα συντρίψω τη πόρτα σου. Εγώ είμαι ο Γκιλγκαμές
που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο τ' ουρανού............
...Πές μου τώρα Αλεβή, ποιός ειν΄ ο δρόμος για να βρώ τον Ουτναπιστίμ,
το γιο τού Ούμπαρα - Τούτου; Δώσε μου κατευθύνσεις! Όποιες και αν είναι! 
Ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρω!
Θα διαπλεύσω και τον ωκεανό αν είναι δυνατό. Κι αν δεν είναι δυνατό,
θα πλανηθώ ακόμα πιο μακριά στην έρημο.

Και η μάντισα Σιντούρι, που φτιάχνει το κρασί, τού είπε:

Γκιλγκαμές, δεν υπάρχει τρόπος να διαπλεύσεις τον ωκεανό. Από όπου και αν ήρθες

και από την πανάρχαια αν είσαι εποχή, δεν είσαι ικανός αυτή τη θάλασσα

για να διαβείς. Μόνο ο ήλιος μέσα στη δόξα του μπορεί να διαπερνάει

αυτόν τον ωκεανό. Αλλά κανείς πέρα από το Σαμάς (Σημείωση: είναι ο θεός του ήλιου)

δεν τον πέρασε ποτέ. Ο τόπος και το πέρασμα είναι δύσκολα.
Και τα νερά του θανάτου που ρέουν ανάμεσά του είναι βαθειά.
Γκιλγκαμές πώς είναι δυνατό να διαπλεύσεις έναν τέτοιο ωκεανό;
Κι όταν θα φτάσεις στα νερά του θανάτου τι θα κάνεις; Παρ΄ όλα αυτά Γκιλγκαμές,
κάτω εκεί στο δάσος θα βρεις τον Ουρσαναμπί, τον πορθμέα του Ουτναπιστίμ.
Αυτός κρατάει τα ιερά πράγματα, τα πέτρινα πράγματα. Στο πλοίο του έχει πλώρη ερπετού.

Ερεύνησέ τον καλά. Και αν είναι δυνατό θα διαπλεύσεις μαζί του τα νερά.

Αλλά αν δεν είναι δυνατό, πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Όταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα στο δάσος και κάθισε. Αμέσως ο Γκιλγκαμές ξεκίνησε και βρήκε τον Ουρσαναμπί. 

– Ο Ουρ-σαναμπί είπε στον Γκιλγκαμές:

… Γκιλγκαμές τα ίδια σου τα χέρια σε εμποδίζουνε να διαπλεύσεις τον ωκεανό.
Όταν έσπαζες τα πέτρινα αντικείμενα, έσπαζες την ασφάλεια του πλοίου".

 

– Ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε:

Γιατί είσαι τόσο θυμωμένος μαζί μου, Ουρσαναμπί,

αφού εσύ διαπερνάς τον ωκεανό νύκτα και ημέρα κι όλες τις εποχές του χρόνου;

 

– Κι ο Ουρσαναμπί του είπε:

"Αυτές οι πραγματικές πέτρες ήσαν εκείνες που με
μετέφεραν με σιγουριά πάνω από τον ωκεανό."

(σχόλιο: Ήταν κρύσταλλοι ή καύσιμες πέτρες που παρείχαν ενέργεια για τη κίνηση;)

 

Τώρα όμως Γκιλγκαμές

πήγαινε μέσα στο δάσος, με το τσεκούρι σου κόψε πασσάλους. Κόψε εκατόν είκοσι πασάλους.
Και κόψε τους εξήντα κύβιτα μήκος (Σημείωση: (30μ.). Κλάδεψέ τους και βάλε λαβές πάνω.
Βάψε τους με πίσσα, δέσε τους με στεφάνι και φέρε τους εδώ (στο πλοίο;).

Όταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά, πήγε στο δάσος έκοψε πασσάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και τους πήγε στον Ουρσαναμπί.
Μ΄ αυτούς επενδύσανε το πλοίο ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί μαζί.

Και έτσι ανοιχτήκαν στον ωκεανό. Για τρείς ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν ήδη διανύσει διάστημα ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το πλοίο του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρ-σαναμπί στον Γκιλγκαμές:

Βιάσου και μείνε καθαρός Γκιλγκαμές, πάρε ένα πάσαλο τη φορά και σπρώξε τον προς τα εκεί,
αλλά "πρόσεξε τα χέρια σου να μην αγγίξουν τα νερά". Κράτα τη λαβή!

Πάρε ένα δεύτερο, ένα τρίτο, μετά ένα τέταρτο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε έναν πέμπτο, έναν έκτο και μετά έναν έβδομο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε τον όγδοο, τον ένατο και το δέκατο πάσαλο, Γκιλγκαμές.

Πάρε τον ενδέκατο και μετά τον δωδέκατο πάσαλο, Γκιλγκαμές.
Μέσα σε επτακόσια είκοσι μέτρα, ο Γκιλγκαμές είχε εξαντλήσει τους πασάλους.
Μετά έλυσε τη ζώνη του, ο Γκιλκαμές γδύθηκε.
Σήκωσε το χέρι του σ' ένα κατάρτι και έκανε τα ρούχα του πανιά.
Ο Ουτ-ναπιστίμ κοίταζε από μακριά, συλλογίστηκε και μίλησε στον εαυτό του,
...

Και έτσι ο Ουρ-σαναμπί, ο πορθμέας, μετέφερε τον Γκιλγκαμές στον Ουτ-ναπιστίμ, που τον λέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ' αυτόν οι θεοί, απ΄ όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή».